
Απελάσεις αντί νομιμότητας – Άρθρο μου στην ΑΥΓΗ
Πότε θεωρείται επιτυχημένη μια μεταναστευτική πολιτική; Όταν διασφαλίζει ανθρώπινες συνθήκες υποδοχής, δίκαιες διαδικασίες ασύλου και σεβασμό στο κράτος δικαίου; Ή όταν παρουσιάζει περισσότερες απελάσεις στους στατιστικούς πίνακες;
Η ελληνική κυβέρνηση έχει επιλέξει την απάντησή της. Την ώρα που οι συνθήκες υποδοχής δοκιμάζουν πρόσφυγες, τοπικές κοινωνίες και εργαζομένους, προβάλλει την αύξηση των απελάσεων ως τεκμήριο αποτελεσματικότητας. Διεκδικεί έτσι μια θέση σε έναν ευρωπαϊκό ανταγωνισμό απομακρύνσεων, στον οποίο η προστασία των ανθρώπων υποχωρεί μπροστά στην επίδειξη πυγμής.
Η εικόνα στο πεδίο δεν δικαιολογεί κανέναν κυβερνητικό πανηγυρισμό. Στην Κρήτη, οι αυξανόμενες αφίξεις συνοδεύονται από στοιχειώδεις ελλείψεις στην υποδοχή, πρωτόγονες συνθήκες διαβίωσης και εξαντλητική πίεση στις δημοτικές υπηρεσίες. Οι υποτιθέμενες προσωρινές μεταφορές για ταυτοποίηση και καταγραφή παρατείνουν τον εγκλωβισμό, με τη Λέσβο να επωμίζεται ξανά το βάρος μιας πολιτικής χωρίς ουσιαστικό σχεδιασμό. Στο Αιγαίο, η μείωση των καταγεγραμμένων ροών δεν έχει βάλει τέλος στους θανάτους στη θάλασσα. Στη Σιντική Σερρών, η δραματική κατάσταση προκαλεί πλέον ανοιχτές παρεμβάσεις και από την Πρωτοβουλία Αστυνομικών, που αναδεικνύει κυβερνητικές ευθύνες και αδιέξοδα της μεταναστευτικής πολιτικής.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η κυβέρνηση επιμένει να μιλά για αριθμούς επιστροφών. Η επιλογή της αποκαλύπτει ποιες επιδόσεις θέλει να καταγράφονται και ποιες ευθύνες επιδιώκει να μένουν έξω από τη συζήτηση.
Οι επιστροφές αποτελούν πεδίο της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής. Η νομιμότητά τους, όμως, κρίνεται σε κάθε υπόθεση χωριστά. Προϋποθέτει σεβασμό στην αρχή της μη επαναπροώθησης, εξατομικευμένη εξέταση, προστασία της οικογενειακής ζωής και πραγματική δυνατότητα αποτελεσματικής προσφυγής. Καμία αύξηση σε έναν στατιστικό πίνακα δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι αυτές οι εγγυήσεις τηρήθηκαν.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Ο αριθμός των ανθρώπων που απομακρύνονται καταγράφεται εύκολα, συγκρίνεται εύκολα και προσφέρεται για κυβερνητικούς τίτλους επιτυχίας. Η ποιότητα της υποδοχής, η πρόσβαση στη νομική συνδρομή, η ουσιαστική εξέταση ενός αιτήματος ασύλου και η προστασία ενός παιδιού απαιτούν πολύ πιο σύνθετη αξιολόγηση. Απαιτούν επίσης πολιτική βούληση, προσωπικό, υποδομές και δημόσιο έλεγχο.
Όταν αυτή η σύνθετη πραγματικότητα συμπυκνώνεται σε έναν αριθμό απελάσεων, οι άνθρωποι χάνουν το πρόσωπο και την ιστορία τους. Οικογένειες, παιδιά, άνθρωποι που διώχθηκαν ή κινδύνευσαν μετατρέπονται σε διοικητικά μεγέθη. Και μια βαθιά πολιτική επιλογή παρουσιάζεται ως ουδέτερη τεχνική διαχείριση.
Οι δείκτες, όμως, δεν είναι ουδέτεροι. Καθορίζουν τι αναγνωρίζεται ως πρόβλημα, πού κατευθύνονται οι πόροι και ποια κρατική πρακτική επιβραβεύεται. Αν η επιτυχία μετριέται κυρίως με τις απομακρύνσεις, ολόκληρος ο μηχανισμός πιέζεται να υπηρετήσει αυτόν τον στόχο. Η υποδοχή, η προστασία, η ένταξη και οι εγγυήσεις δικαίου περνούν σε δεύτερη μοίρα.
Η ευθύνη γι’ αυτή τη μετατόπιση είναι και ευρωπαϊκή. Η θετική αποτίμηση της αύξησης των αναγκαστικών επιστροφών κατά 41% στην πρώτη τεχνική αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μαζί με την επιδοκιμασία της λογικής «φυλακή ή επιστροφή», στέλνει ένα σαφές πολιτικό μήνυμα: η καταστολή μπορεί να αναγορεύεται σε κριτήριο προόδου.
Το δίλημμα «φυλακή ή επιστροφή» απαιτεί, ωστόσο, απαντήσεις. Με ποιες εγγυήσεις επιβάλλεται η στέρηση της ελευθερίας; Πώς εξετάζονται οι ιδιαίτερες συνθήκες κάθε ανθρώπου; Πώς διασφαλίζεται ότι κανείς δεν επιστρέφει σε τόπο όπου κινδυνεύει; Αυτά είναι ουσιώδη ερωτήματα νομιμότητας, τα οποία καμία επίκληση αποτελεσματικότητας δεν επιτρέπεται να παρακάμπτει.
Η Αριστερά τόσο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οσο και στην Ελλάδα, επιμένει σε μια διαφορετική λογοδοσία και απαιτεί στοιχεία για τις συνθήκες υποδοχής, την πρόσβαση στο άσυλο, τη νομική συνδρομή, την προστασία των ευάλωτων ανθρώπων και τη διερεύνηση καταγγελιών παραβίασης δικαιωμάτων. Διεκδικούμε ουσιαστικό επιμερισμό ευθύνης στην Ευρώπη και στήριξη των τοπικών κοινωνιών και των εργαζομένων που καλούνται καθημερινά να καλύψουν τα κενά της κρατικής πολιτικής.
Κάθε αποτίμηση της μεταναστευτικής πολιτικής πρέπει να ξεκινά από ένα θεμελιώδες ερώτημα: ενήργησε το κράτος νόμιμα και προστάτευσε όσους είχαν ανάγκη;
Η κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλουν να απαντήσουν. Γιατί η νομιμότητα δεν είναι ένας ακόμη δείκτης που μπορεί να παραμεριστεί όταν δυσκολεύει τους αριθμητικούς στόχους. Είναι η δεσμευτική βάση κάθε δημόσιας πολιτικής.
Και οι περισσότεροι αριθμοί απελάσεων δεν μπορούν να καλύψουν το έλλειμμα δικαιωμάτων.
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο https://www.avgi.gr/politiki/529801_ti-metra-os-epityhia-sti-metanasteytiki-politiki