Η νεολαία στους δρόμους, η Αριστερά μπροστά στην ευθύνη της – Άρθρο στην Αυγή
Στη Γαλλία, οι μαθητικές κινητοποιήσεις για τις ελλείψεις εκπαιδευτικών και τις συνθήκες στα σχολεία συναντούν φοιτητές, γονείς, εκπαιδευτικούς και συνδικάτα. Στην Ισπανία, οι διαδηλώσεις για τη στέγη αναδεικνύουν το αδιέξοδο μιας γενιάς που εργάζεται αλλά δυσκολεύεται να εξασφαλίσει κατοικία. Στην Ιταλία, μαθητές και φοιτητές συνδέουν την υπεράσπιση της εκπαίδευσης με την αντίθεσή τους στις αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες. Στο Βέλγιο, αντιδρούν στις εκπαιδευτικές περικοπές και στο κόστος των σπουδών. Στην Αλβανία, οι συνθήκες στα πανεπιστήμια, η έλλειψη προοπτικής και η διαφθορά τροφοδοτούν την κοινωνική οργή.
Πέρα από την Ευρώπη, στη Βραζιλία, φοιτητές κινητοποιούνται για τη δημόσια εκπαίδευση και απέναντι στην προοπτική επιστροφής του μπολσοναρισμού στην προεδρία. Στη Χιλή, οι φοιτητικές οργανώσεις διεκδικούν τη χρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης. Στην Ινδία, διαδηλώσεις για δημοκρατικά δικαιώματα και εκλογική λογοδοσία αντιμετωπίζουν περιορισμούς και αστυνομικές παρεμβάσεις. Οι κινητοποιήσεις του προηγούμενου διαστήματος στο Μαρόκο, στη Μαδαγασκάρη και στο Περού ανέδειξαν, μέσα σε διαφορετικές πολιτικές συνθήκες, τη σύγκρουση γύρω από τις δημόσιες υπηρεσίες, την ανισότητα, τη διαφθορά και τη λογοδοσία της εξουσίας.
Θα ήταν πρόωρο να θεωρήσουμε όλες αυτές τις κινητοποιήσεις ένα ενιαίο παγκόσμιο κίνημα. Είναι, όμως, αναγκαίο να δούμε το πολιτικό ερώτημα που αναδύεται μέσα από τις διαφορές τους. Ποια θέση επιφυλάσσει το σημερινό οικονομικό και πολιτικό σύστημα στους νέους ανθρώπους;
Μια γενιά καλείται να σπουδάσει περισσότερο, να αποδεχθεί μεγαλύτερη εργασιακή ανασφάλεια, να πληρώσει ακριβότερα για τη στέγη και να περιορίσει τις προσδοκίες της. Η ανεξαρτησία μετατίθεται διαρκώς. Η προσπάθεια παύει να εγγυάται ακόμη και μια στοιχειώδη σταθερότητα. Το οικογενειακό εισόδημα καθορίζει όλο και περισσότερο ποιος μπορεί να σπουδάσει, να εγκατασταθεί σε μια πόλη, να ξεκινήσει τη ζωή του.
Αυτή η πραγματικότητα αποτελεί το αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων. Και στην Ευρώπη η συζήτηση πρέπει να φτάσει στην καρδιά αυτών των αποφάσεων, στην επιλογή της στρατιωτικοποίησης της οικονομίας.
Η διοχέτευση πόρων, παραγωγικής ικανότητας και δημόσιας χρηματοδότησης προς τους εξοπλισμούς διαμορφώνει ένα ολόκληρο αναπτυξιακό υπόδειγμα. Επηρεάζει την έρευνα, τη βιομηχανία, τις επενδύσεις και τις δημοσιονομικές προτεραιότητες. Δεσμεύει το μέλλον των κοινωνιών για πολλά χρόνια.
Οι πραγματικές ανάγκες άμυνας και προστασίας των λαών απαιτούν σοβαρή συζήτηση, δημοκρατικό έλεγχο και διαφάνεια. Δεν παρέχουν λευκή επιταγή για να αναγορευθεί η πολεμική προετοιμασία σε κινητήρα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η ειρήνη, η διπλωματία και η κοινωνική συνοχή χρειάζονται πολιτική επένδυση, θεσμούς και πόρους.
Όταν από τους νέους ζητείται να αποδεχθούν ότι δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν επαρκώς τα πανεπιστήμια, η κοινωνική κατοικία ή τα νοσοκομεία, δικαιούνται να εξετάσουν πώς χρηματοδοτούνται άλλες προτεραιότητες. Δικαιούνται να ρωτήσουν ποιος αποφασίζει, ποιος κερδίζει και ποιος αναλαμβάνει το κόστος.
Εδώ βρίσκεται και το ζήτημα της ευρωπαϊκής ηγεσίας. Συχνά παρουσιάζεται ως αδύναμη, χωρίς βούληση, ανίκανη να διαμορφώσει αυτόνομη στρατηγική. Αυτή η περιγραφή αφήνει αναπάντητο κάτι ουσιώδες. Μήπως η αδυναμία απέναντι στις κοινωνικές ανάγκες συνυπάρχει με μεγάλη αποφασιστικότητα όταν πρόκειται για την εξυπηρέτηση ισχυρών συμφερόντων;
Μια ηγεσία μπορεί να αποδεικνύεται απρόθυμη να συγκρουστεί με την κερδοσκοπία στη στέγη και απολύτως πρόθυμη να επιβάλει δημοσιονομικούς περιορισμούς. Μπορεί να καθυστερεί την προστασία της εργασίας και να επιταχύνει αποφάσεις που εξυπηρετούν οικονομικά λόμπι. Η πολιτική της πρέπει να κρίνεται από αυτή την κατανομή αποφασιστικότητας και αδράνειας.
Γι’ αυτό η κριτική μας οφείλει να προχωρά πέρα από τους χαρακτηρισμούς περί ανικανότητας. Να εξετάζει τις σχέσεις εξουσίας, την πρόσβαση των συμφερόντων στα κέντρα αποφάσεων, τους ωφελούμενους κάθε επιλογής. Και να απαιτεί συγκεκριμένη λογοδοσία. Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν με ποιους όρους λαμβάνονται αποφάσεις που δεσμεύουν τη ζωή τους.
Οι κινητοποιήσεις της νεολαίας επαναφέρουν ακριβώς αυτή τη σύγκρουση στο προσκήνιο. Η εκπαίδευση, η υγεία, η κατοικία και η εργασία γίνονται πεδία διεκδίκησης του κοινωνικού πλούτου. Η συνάντηση μαθητών με εκπαιδευτικούς, φοιτητών με εργαζομένους, νέων με συνδικάτα μπορεί να μετατρέψει την απομονωμένη δυσκολία σε συλλογική δύναμη.
Η καταστολή επιχειρεί συχνά να διακόψει αυτή τη συνάντηση. Όταν μια κυβέρνηση απαντά στα αιτήματα κυρίως με αστυνομικούς όρους, μεταφέρει τη σύγκρουση στο ίδιο το πεδίο της δημοκρατίας. Η προστασία της ειρηνικής διαμαρτυρίας, η ανεξάρτητη διερεύνηση της αστυνομικής αυθαιρεσίας και η λογοδοσία αποτελούν υποχρεώσεις του κράτους.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, το ερώτημα για την Αριστερά είναι άμεσο. Αριστερά της πρωτοπορίας ή Αριστερά του σχολιασμού;
Η απάντηση θα δοθεί στην πράξη. Στην ικανότητά μας να βρισκόμαστε εκεί όπου διαμορφώνονται οι συγκρούσεις, να συμβάλλουμε στην οργάνωση και να ανοίγουμε δρόμους για νίκες. Να συνδέουμε τη διεκδίκηση της στέγης με την πολιτική για τη γη και τις επενδύσεις. Τον αγώνα για μισθούς με τη φορολόγηση του πλούτου. Την υπεράσπιση της παιδείας με την ανατροπή των προτεραιοτήτων που την υποβαθμίζουν.
Η πρωτοπορία προϋποθέτει εμπιστοσύνη που κερδίζεται καθημερινά. Απαιτεί γνώση, παρουσία, θάρρος και διάθεση να μάθουμε από τις νέες μορφές συμμετοχής. Οι νέοι άνθρωποι πρέπει να έχουν χώρο να αποφασίζουν, να αναλαμβάνουν ευθύνη και να αλλάζουν την ίδια την Αριστερά. Η αυτονομία των κινημάτων χρειάζεται σεβασμό, ιδιαίτερα όταν η κριτική τους απευθύνεται και σε εμάς.
Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η ευθύνη μας είναι να μεταφέρουμε αυτή τη σύγκρουση μέσα στη νομοθεσία και στους προϋπολογισμούς, με προτάσεις, έλεγχο, συμμαχίες και καθαρό απολογισμό. Η θεσμική παρουσία αποκτά αξία όταν διευρύνει τις δυνατότητες της κοινωνικής δράσης και παράγει κατακτήσεις.
Στην Ελλάδα, αυτή η συζήτηση αφορά τον εργαζόμενο νέο που παραμένει στο παιδικό του δωμάτιο, τη φοιτήτρια που δυσκολεύεται να συνεχίσει τις σπουδές της, τον απόφοιτο που ετοιμάζει τις βαλίτσες του. Από τη δική τους ζωή οφείλει να ξεκινά η συζήτηση για το μέλλον των προοδευτικών δυνάμεων.
Οι κομματικές διενέξεις δεν μπορούν να εξαντλούν τον πολιτικό μας ορίζοντα την ώρα που οι κοινωνίες αναζητούν διέξοδο.
Η Αριστερά θα κριθεί από το αν μπορεί να οργανώσει την ελπίδα γύρω από συγκεκριμένους στόχους και να συγκρουστεί με όσους εμποδίζουν την υλοποίησή τους.
Η νεολαία στους δρόμους μάς θέτει ένα απαιτητικό καθήκον. Να συμβάλουμε ώστε η κοινωνική αμφισβήτηση να αποκτήσει διάρκεια, πολιτική δύναμη και αποτέλεσμα. Εκεί θα κριθεί αν στεκόμαστε στο ύψος της ευθύνης μας.